Απόπειρα Βιασμού από τον Γιώργο Ντόβα

Απόσπασμα από το Κεφάλαιο 1

Διαβάστε ολόκληρο το Βιβλίο

Ήταν περίπου έξη ή ώρα το απόγευμα, όταν έφτασε στο Σπίτι του. Δεν είχε καλά – καλά προλάβει να μπει μέσα όταν χτύπησε το κουδούνι της εξώπορτας.

Άνοιξε και περίμενε. Σε λίγο χτύπησε και το κουδούνι της κύριας πόρτας της μονοκατοικίας που έμεινε. Την άνοιξε και είδε την Τερέζα.

«Δεν αντέχω άλλο.» Του είπε αναστατωμένη, κλαίγοντας.

«Τι συμβαίνει, Τερέζα; Πέρασε μέσα σε παρακαλώ.»

Η Τερέζα ήταν η δεκαεπτάχρονη κόρη ενός παλιού του ερ-γοδότη. Είχε εργασθεί στην εταιρεία του, πριν από λίγα χρόνια. Τον τελευταίο χρόνο η Τερέζα, περνούσε ένα Γολγοθά, καθώς είχαν σκοτωθεί και οι δύο γονείς της, σε ένα αυτοκινητιστικό ατύχημα στην Σαντορίνη. Το δικαστήριο είχε δώσει την κηδεμονία της στον μοναδικό συγγενή της. Έναν αδελφό της μητέρας της. Όχι και η καλύτερη επιλογή ομολογουμένως. Είχε ιδία γνώμη, μιας και τον ήξερε αρκετά καλά. Ήταν μέθυσος, απατεωνίσκος και αρκετά βάναυσος.

Οδήγησε την Τερέζα στο Καθιστικό, την έβαλε να καθίσει στον καναπέ και της έφερε ένα ποτήρι νερό.

«Ηρέμησε, γλυκιά μου. Πιες λίγο νερό και πες μου τι σου συμβαίνει.»

Τον είχε προβληματίσει το γεγονός, ότι είχε έρθει Σπίτι του. Δεν την ήξερε και τόσο καλά. Την είχε δει ελάχιστες φορές. Τε-λευταία φορά ήταν πριν από έξη μήνες, όταν είχε πάει στο Σπίτι τους, για να συναντήσει τον θείο της, τον Δημήτρη. Είχε κάνει κάποιες δουλειές μαζί του στο παρελθόν και είχε υποσχεθεί να μην συνεργαστεί ξανά μαζί του. Ο Δημήτρης, όμως είχε ζητήσει επίμονα να τον δει. Έτσι από περιέργεια κυρίως, πήγε στο Σπίτι τους, για να τον ακούσει. Εκεί είχε δει και την Τερέζα. Ο Δημήτρης, του είπε τι ήθελε. Η ιστορία, μύριζε από μακριά ότι ήταν κομπίνα και ο Αλέξανδρος, αρνήθηκε ευγενικά. Έκτοτε δεν τους είχε ξαναδεί. Ούτε την Τερέζα, ούτε τον Δημήτρη…

Διαβάστε ολόκληρο το Βιβλίο

Leave a Reply